ονομαστικός

ονομαστικός
η , ό[ν]
1) именной; поимённый; 2) личный, персональный;

ονομαστική πρόσκληση — персональное приглашение;

3) номинальный;

τό ονομαστικό μεροκάματο — номинальная заработная плата;

ονομαστική αξία — номинальная стоимость;

§ ονομαστική εορτή — именины


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "ονομαστικός" в других словарях:

  • ὀνομαστικός — skilful at naming masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ονομαστικός — ή, ό (ΑΜ ὀνομαστικός, ή, όν) [ονομαστός] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο όνομα («ονομαστική εορτή») 2. το θηλ. ως ουσ. η ονομαστική γραμμ. η πρώτη και βασική πτώση τών κλιτών μερών τού λόγου η οποία λέγεται έτσι επειδή από αυτήν ονομάζονται… …   Dictionary of Greek

  • ονομαστικός — ή, ό επίρρ. ά 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο όνομα: Ονομαστική γιορτή. 2. αυτός που περιλαμβάνει ονόματα: Ονομαστική κατάσταση. 3. αυτός που γίνεται με εκφώνηση ονομάτων: Ονομαστική ψηφοφορία. 4. φρ., «ονομαστική αξία», αξία που αναγράφεται …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ὀνομαστικά — ὀνομαστικός skilful at naming neut nom/voc/acc pl ὀνομαστικά̱ , ὀνομαστικός skilful at naming fem nom/voc/acc dual ὀνομαστικά̱ , ὀνομαστικός skilful at naming fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀνομαστικῶν — ὀνομαστικός skilful at naming fem gen pl ὀνομαστικός skilful at naming masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀνομαστικόν — ὀνομαστικός skilful at naming masc acc sg ὀνομαστικός skilful at naming neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀνομαστικαί — ὀνομαστικός skilful at naming fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀνομαστικοῖς — ὀνομαστικός skilful at naming masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀνομαστικοῦ — ὀνομαστικός skilful at naming masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀνομαστικῆς — ὀνομαστικός skilful at naming fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀνομαστικῇ — ὀνομαστικός skilful at naming fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»